αὔξημα

αὔξ-ημα, ατος, τό, = foreg., Hp.Oct.11, E.Hyps.Fr.3ii5 (lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αὔξημα — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αύξημα — το (Α) η επαύξηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < αύξω ή < αύξησις] …   Dictionary of Greek

  • αὐξήματα — αὔξημα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐξήματος — αὔξημα neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • όφελμα — (I) ὄφελμα, τὸ (Α) [οφέλλω (II)] (κατά τον Ησύχ.) «ὄφελμα αύξημα, κάλυμμα, κάλλυντρον». (II) ὄφελμα, τὸ (ΑΜ) [οφέλλω (III)] σάρωθρο, σκούπα …   Dictionary of Greek

  • ταὐξήματα — αὐξήματα , αὔξημα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.